Έριχθόνιος

Έριχθόνιος
Grammatical information: m.
Meaning: name of a heros and king of Athens, son of Ge, father of Pandion (A., E.); also name of a Trojan, son of Dardanos, father of Tros (Υ 219, 230).
Other forms: Cf. Ε᾽ρεχθευς (B 547 (sic!), η 80), which is also a surname of Poseidon (inscr.); on Attic vases ᾽Ερεχσες; also Ε᾽ριχθευς (Pape-Benseler 379); cf. Ε᾽ριχθώ a soothsayer in Thessaly. Note the soothsayer Εριχθώ in Thessalia (Luc. Phars., see also Ov. Her. 15, 139), which confirms (Pre-)Greek origin.
Derivatives: οἱ Έριχθονίδαι = Έρεχθεΐδαι (IG 3, 771; poet., Roman times).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Uncertain; the name will be very old, cf. the fact that he is called the son of the Earth; the name will be Pre-Greek. There is no explanation for the coexistence of the two names (after αὐτοχθονος?) cf. the name in -ων of Hermes; cf. Ερυσίχθων. Is the form with -χσ- an Atticism, or is it wider spread? Connection with ἐρέχθω is improbable.
Page in Frisk: 1,561

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Ἐριχθόνιος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εριχθόνιος — Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Γιος του Ηφαίστου και της Γης. Κατά τη μυθολογία, η Αθηνά πήγε κάποτε στο εργαστήρι του Ηφαίστου για να της φτιάξει όπλα, αλλά εκείνος της επιτέθηκε με ερωτικές διαθέσεις. Η θεά αντιστάθηκε και το σπέρμα του… …   Dictionary of Greek

  • Ἐριχθονίοιο — Ἐριχθόνιος masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐριχθονίου — Ἐριχθόνιος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐριχθονίους — Ἐριχθόνιος masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐριχθονίων — Ἐριχθόνιος masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐριχθονίῳ — Ἐριχθόνιος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐριχθόνιοι — Ἐριχθόνιος masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐριχθόνιον — Ἐριχθόνιος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άγραυλος — Προσωνυμία θεάς και όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Προσωνυμία της θεάς Αθηνάς, που την έλεγαν Αγλαυρίδα Αγραυλίδα Παρθένο, Αθηνά Άγραυλο (Αθηνά των αγρών). 2. Κόρη του Ακταίου, πρώτου θρυλικού βασιλιά της Αττικής και σύζυγος του Κέκροπα. Μητέρα… …   Dictionary of Greek

  • Erichthonius of Athens — King Erichthonius (also written Erichthonios, Ancient Greek: Polytonic|Ἐριχθόνιος), an early ruler of Athens, was, according to some legends, autochthonous (born of the soil, or Earth) and raised by the goddess Athena. Early Greek histories do… …   Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.